Η επίδραση του αθλητισμού στην ψυχολογία του παιδιού

Στη σημερινή εποχή όλο και περισσότερα παιδιά συμμετέχουν σε διάφορα οργανωμένα σπορ. Οι τοπικές ακαδημίες έχουν αντικαταστήσει το παιχνίδι της γειτονιάς, που πλημμύριζε τότε τα στενά και τις αλάνες με παιδικές φωνές. Παρ’ όλο που έχει αλλάξει ο τόπος διεξαγωγής παιχνιδιών μια αξία παραμένει σταθερή στο πέρασμα των χρόνων: το παιδί αντλεί ευχαρίστηση μέσα από το παιχνίδι/ αθλητισμό και κατακτά δεξιότητες κοινωνικής μάθησης και ωρίμανσης.

Σε αυτό το άρθρο δεν θα επιμείνω στη σωματική ευρωστία που αποκτά το παιδί μέσω της άθλησης, που είναι σε όλους γνωστό, αλλά στην ψυχική ενδυνάμωση και ανάπτυξη. Στον αθλητισμό το παιδί έρχεται καθημερινά σε επαφή με την πρόκληση της κατάκτησης του καινούριου πχ. μπορούσε να κάνει 15 έλξεις και σήμερα κατάφερε να κάνει 20.

Φανταστείτε την ικανοποίηση και ευχαρίστηση που μπορεί να νιώσει, πόσο επηρεάζει τη διάθεση και αυτοπεποίθησή του. Κάθε φορά κάνει μικρά βήματα ως προς το άθλημα μεγάλα όμως ως προς την ψυχική του δομή. Αυτό το παιδί όταν αισθάνεται ικανό να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις του γηπέδου, αυτή η ικανότητα θα διοχετευθεί και στο σχολείο και στην κοινωνία όχι τόσο με την μορφή του αποτελέσματος αλλά με την πίστη στον εαυτό “ότι μπορώ να εμπλακώ σε μια δραστηριότητα, έχω τα εφόδια , θα προσπαθήσω”.

Και σε αυτό το σημείο το περιβάλλον ( γονείς, προπονητές, σχολείο..) έχει καταλυτικό ρόλο γιατί βοηθάει περισσότερο το παιδί εάν επιβραβεύει την προσπάθεια και όχι το αποτέλεσμα. Εάν επιβραβεύουμε τα παιδιά μόνο όταν νικούν σε περίπτωση ήττας τι γίνεται; Και στη λέξη ήττα μπορείτε να βάλετε μια κακή απόδοση σε ένα διαγώνισμα ή σε μια κοινωνική δραστηριότητα ή οτιδήποτε μπορεί να έχει σχέση με τη λέξη “αποτυχία”. Εάν μένουμε μόνο στο αποτέλεσμα περνάμε το μήνυμα στο παιδί ότι είσαι καλός μόνο όταν αποδίδεις και την «ήττα» μπορεί να την βιώσει με βαθιά απογοήτευση και υπαρξιακά « δεν είμαι καλός σε τίποτα, δεν αξίζω».

Συνδέεται και καθορίζεται δηλαδή η αυτοαξία και ταυτότητα του παιδιού με το αποτέλεσμα. Πόσο περιοριστικό και άδικο είναι όμως γιατί το παιδί είτε στη νίκη είτε στην ήττα έχει προσπαθήσει. Και με το να μην του αναγνωρίζουμε την προσπάθεια είναι σαν να μην βλέπουμε το παιδί με αυτές τις δυνατότητες που έχει αλλά να μένουμε στις δικές μας προσδοκίες πχ. ήθελα να βάλεις 15 καλάθια στα 20, θέλω να είσαι ο αθλητής της χρονιάς.

Ή συχνά οι γονείς μπαίνουν στην παγίδα της σύγκρισης πχ. « ο Γιώργος πήρε περισσότερους πόντους από εσένα» με το σκεπτικό ότι έτσι θα παρακινήσουν περισσότερο το παιδί τους. Και ας σκεφτούμε λίγο: όταν το παιδί στεναχωριέται για την επίδοσή του, μήπως σε ένα δεύτερο επίπεδο στεναχωριέται γιατί δεν θέλει να απογοητεύσει τον γονιό με τις προσδοκίες του, αφού στα μάτια του γονιού θέλει να είναι το αγαπημένο και καλό του παιδί; Το κάθε παιδί είναι μοναδικό και έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρίσματα. Ο προπονητής, ο γονιός, το σχολείο πρέπει να βλέπει την προσπάθεια και να κρίνει το αποτέλεσμα πάντα σε σχέση με το προηγούμενο προσωπικό επίπεδο.

Επιπλέον μη ξεχνάμε την διδακτική αξία της ήττας και του λάθους. Μέσα απ’αυτά τα παιδιά προβληματίζονται και ψάχνουν να βρουν εναλλακτικούς τρόπους δράσης, επεξεργάζονται, διαχειρίζονται την απογοήτευση – την αντέχουν και ωριμάζουν.

Πέρα από τη δόμηση της αυτοπεποίθησης και αυτοεικόνας ο αθλητισμός προσφέρει έδαφος και για κατάκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων, αφού όταν το παιδί ανήκει σε ομάδα συναναστρέφεται με τους συμπαίκτες του και τον προπονητή. Είναι μια ευκαιρία να εξευμενίσει τον εγωκεντρισμό- που χαρακτηρίζει τα παιδιά – και να πάει προς την ομαδικότητα. Να νοιάζεται για τον άλλον, να καταλάβει όταν και ο συμπαίκτης είναι καλά τότε αυξάνονται οι πιθανότητες για μια καλή εμφάνιση.

Να μάθει να στηρίζει τον άλλον και να στηρίζεται. Μαθαίνει την αξία των κανόνων που εξυπηρετούν την καλή λειτουργία της ομάδας, τον αυτοέλεγχο, τον σεβασμό (πχ. απαγορεύεται η χρήση λεκτικής και σωματικής βίας) τη συνύπαρξη , την ανάληψη ευθύνης μέσα από το ρόλο που έχει ο καθένας μέσα στην ομάδα, την ανάπτυξη ηθικής συμπεριφοράς. Μέσα στην ομάδα δίνεται η δυνατότητα στο παιδί να μάθει πώς να εκφράσει τα συναισθήματά του ,να ακούσει καλύτερα τους άλλους και να ακουστεί, ακόμα και πώς να συγκρουστεί με τρόπο εποικοδομητικό και παραγωγικό χωρίς να κατηγορεί τον άλλον.

Από τα παραπάνω βλέπουμε τη σπουδαιότητα του αθλήματος στη ζωή του παιδιού. Είναι ένας χώρος που γυμνάζει σώμα και ψυχή, που το παιδί πειραματίζεται, κατακτά, χαίρεται, αποσυμπιέζεται, στενοχωριέται, συνυπάρχει, διεκδικεί και αλληλεπιδρά. Όλα αυτά και άλλα περισσότερα είναι η ζωή. Είναι ένας χώρος ζωής.