Κατάθλιψη

Η κατάθλιψη είναι μια διαταραχή της διάθεσης ή συναισθηματική διαταραχή που επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό όλες τις πλευρές της συμπεριφοράς ενός ατόμου προκαλώντας έκπτωση της λειτουργικότητας στις διαπροσωπικές σχέσεις, την κοινωνικότητα και το επάγγελμα, αφού το άτομο αποκτά άλλη αντίληψη για τον εαυτό του αλλά και για τον κόσμο γύρω του.

Αποτελεί μια κατάσταση παθολογικής θλίψης που συνοδεύεται από σημαντική μείωση του αισθήματος προσωπικής αξίας και από την επώδυνη συνείδηση της επιβράδυνσης των νοητικών, ψυχοκινητικών και οργανικών διαδικασιών.

Υπάρχουν αρκετές θεωρητικές προσεγγίσεις που προσπαθούν να εξηγήσουν το μηχανισμό των συναισθηματικών διαταραχών, όμως η αξιοπιστία και η εγκυρότητα βρίσκεται μέσα στην αλληλοσυμπλήρωση και αλληλοεπίδρασή τους .

Έτσι σύμφωνα με ψυχοδυναμικούς θεωρητικούς στο επίκεντρο της καταθλιπτικής διαταραχής βρίσκεται η φανταστική ή πραγματική απώλεια ενός σημαντικού προσώπου λόγω θανάτου, χωρισμού ή απόρριψης. Όταν η απώλεια σημειώνεται στην πρώτη παιδική ηλικία θεωρείται ότι λειτουργεί ως «προδιάθεση» που μπορεί να οδηγήσει στην κατάθλιψη αργότερα στην ενήλικη ζωή εάν το άτομο έρθει αντιμέτωπο με μια σημαντική απώλεια ή απογοήτευση.

Κατά τον Freud οι καταθλιπτικοί έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση θεωρώντας τους εαυτούς τους ανάξιους και ανεπαρκείς. Τα αρνητικά συναισθήματα, οργή-μίσος, αρχικά είχαν στόχο ένα χαμένο αντικείμενο που στη συνέχεια εσωτερικεύθηκε ταυτίζοντας ένα μέρος του Εγώ με αυτό. Έτσι επιτίθενται προς τους εαυτούς με σκληρή αυτοκριτική. Ο Freud διαχωρίζει την κατάθλιψη από το πένθος διατυπώνοντας ότι ο καταθλιπτικός άρρωστος αισθάνεται έντονη αυτοϋποτίμηση και είναι ενοχικός και αυτομομφικός, ενώ αυτός που πενθεί όχι.

Κάποιοι άλλοι ψυχαναλυτές μίλησαν για εχθρικά συναισθήματα που αρχικά κατευθύνονται προς τους άλλους, στη συνέχεια προβάλλονται στους άλλους και τελικά όμως εσωτερικεύονται και προσανατολίζονται προς τον ίδιο τον εαυτό.

Άλλοι υποστήριξαν ότι η προδιάθεση για κατάθλιψη δεν οφείλεται σε πρώιμα τραυματικά γεγονότα αλλά κυρίως στη ποιότητα της σχέσης μητέρας-παιδιού κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Δόθηκε μεγάλη έμφαση στη σπουδαιότητα των πρώτων ισχυρών και ασφαλών δεσμών προσκόλλησης για την υγιή ανάπτυξη ενός ατόμου. Η πιθανή διάλυση δεσμών προσκόλλησης προς μια σημαντική φιγούρα εξαιτίας χωρισμού, έλλειψης συναισθηματικής ανταπόκρισης ή δυσκολίας πρόσβασης, καταστά τα άτομα πιο ευάλωτα στη κατάθλιψη.

Οι ανθρωπιστές – υπαρξιστές δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ικανότητα του ατόμου για ανάπτυξη και ολοκλήρωση, στην ελευθερία κάθε ανθρώπου να επιλέγει την τύχη του και στη προσωπική του ευθύνη για τις αποφάσεις. Για τους υπαρξιστές η κατάθλιψη είναι μια αναμενόμενη αντίδραση όταν κάποιος δεν αξιοποιεί και δε ζει σύμφωνα με το πραγματικό του δυναμικό.

Άλλη μια θεωρητική προσέγγιση ο συμπεριφορισμός, αντιμετωπίζει την κατάθλιψη ως συνέπεια της διαταραχής στις “σκέψεις” και στις “ιδέες” ενός ατόμου. Η κατάθλιψη είναι μια συνέπεια των αρνητικών, λανθασμένων και παράλογων ερμηνειών της πραγματικότητας και των αντικειμενικών γεγονότων. Έτσι το άτομο εκτιμά αρνητικά τον εαυτό, τις εμπειρίες της ζωής και αποδίδει ευθύνες στον εαυτό του.

Τέλος δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε και την γενετική σκοπιά σύμφωνα με την οποία η κληρονομικότητα είναι σημαντικός παράγοντας στην ανάπτυξη των διαταραχών της διάθεσης. Η πιθανότητα ύπαρξης διαταραχής της διάθεσης αυξάνεται στους πρώτου βαθμού συγγενείς ενώ μειώνεται καθώς ο βαθμός συγγένειας γίνεται λιγότερο κοντινός.

Αρκετές είναι οι κλινικές μορφές της κατάθλιψης. Ενδεικτικά αναφέρουμε: την επιλόχεια κατάθλιψη, την οποία βιώνουν όλο και περισσότερες γυναίκες μέσα στις 4 πρώτες βδομάδες της λοχείας. Η μητέρα δεν επιθυμεί το παιδί καθώς αισθάνεται κουρασμένη, εξαντλημένη, κενή. Την αντιδραστική κατάθλιψη η οποία είναι ψυχολογική και οφείλεται στη παρουσία ενός πιστοποιήσιμου εκλυτικού στρες. Την καλυμμένη κατάθλιψη, όπου τα συναισθήματα εκδηλώνονται μέσα από σωματικούς πόνους και διαταραχές.

Την δυσθυμική διαταραχή η οποία έχει πάρει τη μορφή μιας καθημερινότητας, σχεδόν αποδεκτής από το άτομο, “ως φυσιολογικής κατάστασης”. Τέλος, αρκετές διαταραχές οφείλονται στην κατάχρηση ουσιών όπως επίσης και σε γενικές σωματικές παθήσεις.

Πώς μπορούμε να αντιληφθούμε αν κάποιος πάσχει από κατάθλιψη ή όχι;

Κυρίαρχο στοιχείο στην καταθλιπτική διαταραχή είναι το καταθλιπτικό συναίσθημα. Το άτομο νιώθει λύπη, θλίψη, απογοήτευση και συχνά μπορεί να βάλει τα κλάματα. Αδυνατεί να γελάσει ή να αστειευτεί με τους άλλους, αλλά και να αντλήσει ευχαρίστηση από δραστηριότητες που προηγούμενα ήταν ευχάριστες.

Δείχνει έλλειψη ενδιαφέροντος για τα χόμπυ, κοινωνικές εκδηλώσεις, το επάγγελμα και την οικογένεια. Επίσης οι καταθλιπτικοί ασθενείς μπορεί να αισθανθούν έντονο άγχος που μπορεί να πάρει τη μορφή σωματικών συμπτωμάτων.

Οι ασθενείς συχνά παρουσιάζουν αϋπνία ή υπερυπνία ενώ ταυτόχρονα σημειώνεται και ανορεξία με απώλεια βάρους ή αντίθετα αύξηση της όρεξης με πρόσληψη βάρους. Μπορεί να παραπονούνται για απώλεια ενέργειας καθώς στο μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας νιώθουν εξαντλημένοι, κουρασμένοι. Μειωμένη μπορεί να εμφανιστεί και η σεξουαλική διάθεση.

Επιβράδυνση σημειώνεται στη σκέψη, στο λόγο ( γίνεται μονότονος και βραδύς ) και στις κινήσεις ( αργές κινήσεις σώματος ). Ακόμα μπορεί να παραπονούνται για «έκπτωση της μνήμης» ή για δυσκολία στη συγκέντρωση που φαίνεται στη προσπάθειά τους να διαβάσουν, να δουν τηλεόραση κτλ.

Σαν προσωπικότητα ο καταθλιπτικός ασθενής έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι απαισιόδοξος βλέποντας μόνο την αρνητική πλευρά των πραγμάτων και στέκεται ανήμπορος στο να εκτελέσει τα καθήκοντά του και κατ’επέκταση να αλλάξει το μέλλον του. Αυτουποτιμούνται και αυτοπεριφρονούνται. Για οποιαδήποτε απόρριψη ή αποτυχία κατηγορούν τον εαυτό τους νιώθοντας έντονη ενοχή και αναξιότητα.

Όλα αυτά γίνονται σοβαρά και επικίνδυνα όταν γενούν τη σκέψη της αυτοκτονίας και η συχνότητα των ολοκληρωμένων αυτοκτονιών είναι μεγάλη.